
«Δεκατρείς άνθρωποι κάθονται γύρω από ένα τραπέζι, κι ένας από αυτούς μόλις άκουσε ότι θα προδοθεί.
Πού θα τους έβαζες;
Πώς θα σκηνοθετούσες την ιστορία αν έπρεπε να τη ζωγραφίσεις;»
Αυτή την ερώτηση κάνω συχνά πριν δείξω τον Μυστικό Δείπνο του Ντα Βίντσι.
Και πάντα συμβαίνει το ίδιο. Οι άνθρωποι προβληματίζονται, σκέφτονται,προσπαθούν.
Κάποτε, μια μαθήτρια μου είπε: «Δεν είχα καταλάβει πόσο δύσκολο είναι να βάλεις
δεκατρείς ανθρώπους σε μια γραμμή και να μην μοιάζουν με παρέλαση».
Μετά, όταν στάθηκε μπροστά στο έργο είδε ότι ο Χριστός δεν ήταν απλώς στη μέση,αλλά στο σημείο όπου συγκλίνουν όλες οι γραμμές του δωματίου. Ότι οι μαθητές δεν ήταν τυχαία τοποθετημένοι, αλλά οργανωμένοι σε ομάδες των τριών. Και κυρίως
κατάλαβε πόσο λεπτή είναι η ισορροπία στη ζωγραφική. Να κρατήσεις τη συμμετρία χωρίς να χάσεις την κίνηση, να δημιουργήσεις δραματικότητα χωρίς να προκαλέσεις
σύγχυση.
Δεν είχε διαβάσει θεωρία, δεν είχε ακούσει ανάλυση του έργου. Απλά είχε προσπαθήσει (έστω και θεωρητικά, πάνω σε χαρτί) να κάνει αυτό που έκανε ο Λεονάρντο.
Αυτό είναι που με συναρπάζει στη διδασκαλία: Δεν δίνεις απαντήσεις. Αλλάζεις τη
ματιά. Γιατί μόλις δεις έναν πίνακα σαν αποτέλεσμα αποφάσεων, παύεις να τον αντιμετωπίζεις ως κάτι δεδομένο. Καταλαβαίνεις ότι πίσω από κάθε αβίαστη σύνθεση υπάρχουν δεκάδες δοκιμές, λάθη, συμβιβασμοί. Αρχίζεις να βλέπεις επιλογές παντού.
Σε μια βιτρίνα, σε μια αφίσα, σε ένα εξώφυλλο.
Ποιος το σχεδίασε; Τι πρόβλημα έλυνε; Τι θυσίασε για να το λύσει;
Η τέχνη δεν σε κάνει να ξέρεις περισσότερα. Σε κάνει να βλέπεις αλλιώς.
Ιστορικός Τέχνης και Οπτική Ανθρωπολογος
Διδάσκει στο Μικρό Πολυτεχνείο το σεμινάριο Ιστορίας της Τέχνης.


















